Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Η σημαντικότερη επιρροή μου είναι οι συνθήκες της ζωής μας...

To Blog Demokratur έχει την τιμή και την χαρά να παρουσιάζει την πρώτη δισκογραφική δουλειά του Δημήτρη Λάμπου αναδημοσιεύοντας την πιο κάτω συνέντευξη, παραμονή της κυκλοφορίας του νέου Άλμπουμ ’’Μη σε φοβίσει η Αγέλη’’, στο οποίο υπογράφει ο ίδιος τους στίχους και τη μουσική. Τον Δημήτρη τον παρακολουθούμε από το πρώτο του εκδοτικό βήμα, ’’Την ιστορία ενός μισάνθρωπου’’ σε παρουσίαση που έγινε τον Φεβρουάριο του 2009.
Καλή τύχη Δημήτρη. Δεν θα μας φοβίσει ποτέ η Αγέλη .
Θα κινούμαστε ενάντια στο ρεύμα που μας θέλει υποτακτικούς και σκλάβους!!




Δημήτρης Λάμπος: «Η σημαντικότερη επιρροή μου είναι οι συνθήκες της ζωής μας...»

Αναδημοσίευση συνέντευξης στον Ματζάνα Σ. - με ημερομηνία δημοσίευσης: 23/10/2010


Είναι μία από τις ελάχιστες φορές που θα δηλώσουμε χωρίς περιστροφές ότι αιτία της σημερινής συνέντευξης δεν είναι η μόνιμη προσπάθεια μας να παρουσιάζουμε μέσα από τον περιορισμένο χώρο αυτού του εβδομαδιαίου δισέλιδου όσο το δυνατόν περισσότερες από τις αξιόλογες δουλειές και προσπάθειες στον χώρο της σημερινής ελληνικής μουσικής αλλά ένας και μοναδικός και απόλυτα προσωπικός λόγος:

Το ότι όχι απλά θεωρούμε τον πρώτο δίσκο του Δημήτρη Λάμπου «Μη Σε Φοβίσει Η Αγέλη» ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα όχι μόνον του 2010 μα και των τελευταίων ετών αλλά και πιστεύουμε ακράδαντα ότι με αυτόν μας αποκαλύπτεται ένας δημιουργός που δεν «υπόσχεται» - όπως είθισται να λέμε σε ανάλογες περιπτώσεις...- αλλά είναι δεδομένο ότι στο μέλλον έχει να πει πολλά περισσότερα από τα ήδη πολλά που μας είπε όταν μας συστήθηκε και γιʼ αυτό και θα μας απασχολήσει εξίσου πολύ, με την πλέον θετική έννοια της λέξης φυσικά.


Στο album αυτό ο πολύ νεαρός ακόμα τραγουδοποιός (ο οποίος γεννήθηκε στο Βερολίνο, μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα και σπούδασε διεθνή οικονομία στο Λονδίνο όπου και ασχολήθηκε ενεργά με τη μουσική για πρώτη φορά) όχι μόνο παρουσιάζει μια ήδη ολοκληρωμένη άποψη για μιαν αποτελεσματική «μεταφορά» στα καθʼ ημάς δεδομένα και ιδιαίτερα στις δύσκολες απαιτήσεις της ελληνικής γλώσσας του αγγλοσαξονικού folk rock και rock ήχου αλλά και τη συνδυάζει με στίχους μεστούς, καταλυτικά επίκαιρους και προπαντός ουσιώδεις σε μια σειρά από τραγούδια που είναι τόσο καλά όσο και απολαυστικά στην ακρόαση. Την ερμηνεία τους αναλαμβάνουν και αρκετοί - και εκλεκτοί - άλλοι πλην του ιδίου, τον δίσκο αληθινά στολίζουν με τις φωνές τους οι Στάθης Δρογώσης, Μανώλης Φάμελλος, Δημήτρης Παναγόπουλος, Βαγγέλης Μαρκαντώνης και η νεαρή Αμερικανίδα τραγουδοποιός Jessica Kilroy.

Η τελευταία μα όχι και έσχατη ευχάριστη έκπληξη μας ήταν όταν στη συζήτηση μας μαζί του βρεθήκαμε μπροστά σε έναν νέο άνθρωπο που πραγματικά είναι αντάξιος του έργου του - κάτι που κάθε άλλο είναι πάντα δεδομένο, αξίζει να το υπογραμμίσουμε…-, σεμνό και πλούσιο σε ήθος αλλά και σε προβληματισμούς και ανησυχίες επί πάρα πολλών σημαντικών θεμάτων και, όπως θα διαπιστώσετε και εσείς από τον κυριολεκτικά χειμαρρώδη λόγο του, με ζέουσα διάθεση να μοιραστεί πάρα πολλές, όσες περισσότερες από αυτές τις σκέψεις και τις αγωνίες του μπορεί, με τους άλλους μετασχηματίζοντας τις σε όμορφα μα και απόλυτα αληθινά νοήματα και εικόνες μέσα από τη δουλειά του. Πολύ απλά λοιπόν αυτή τη φορά χαιρετίζουμε όχι απλά την άφιξη μιας σημαντικής νέας παρουσίας στο σύγχρονο ελληνικό μουσικό γίγνεσθαι αλλά και κάποιον που σίγουρα «ήρθε για να μείνει» και πιθανότατα για πάρα πολύ καιρό...

* Το πρώτο σου βιβλίο εκδόθηκε πριν κυκλοφορήσει ο πρώτος σου δίσκος, να συμπεράνω λοιπόν ότι η συγγραφή, η λογοτεχνία, σε ενδιαφέρει τουλάχιστον όσο και η τραγουδοποιία;

Περισσότερο όμως ακόμα με ενδιαφέρει το γεγονός ότι αποκόμισα την εντύπωση πως επενδύεις περισσότερα στους στίχους σου και έχουν περισσότερο «ειδικό βάρος» μέσα στα τραγούδια σου από όσο ισχύει αυτό για την πλειοψηφία των Ελλήνων τραγουδοποιών, με άλλα λόγια προσπαθείς να πεις με αυτούς πιο πολλά από όσα συνήθως λέγονται σε ένα τραγούδι. Είναι σωστή αυτή η διαπίστωση μου ή όχι;

Ξεκίνησα σε μικρή ηλικία γράφοντας πρώτα ποίηση και τραγούδια και στη συνέχεια και πεζά. Το πρώτο μου δημιούργημα άλλωστε ήταν το λογοτεχνικό περιοδικό «O Καθρέφτης» που εξέδιδα μαζί με φίλους στην Αγγλία. Για εμένα είναι το ίδιο σημαντικά και τα δύο, τόσον η λογοτεχνία όσο και η τραγουδοποιία. Μπορεί να αλλάζει η μορφή τέχνης αλλά η ουσία όσων θέλω να εκφράσω παραμένει η ίδια. Τις ίδιες ανησυχίες και θέσεις που μπορεί να βρει κανείς στο βιβλίο μου «Η Ιστορία Ενός Μισανθρώπου» θα βρει νομίζω και στα τραγούδια. Η διαφοροποίηση βέβαια στη μορφή έκφρασης φέρνει και διαφορετικές ευκαιρίες αλλά και περιορισμούς. Στο βιβλίο μου, αν και ποίημα, είχα τη δυνατότητα να εκφραστώ πιο αναλυτικά, κάτι που δεν συμβαίνει στο τραγούδι. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο προσπαθώ πράγματι οι στίχοι των τραγουδιών μου να περιέχουν όσο πιο αναλυτικά και με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη σαφήνεια αυτό που θέλω να εκφράσω.

Από την άλλη μεριά στο τραγούδι η μουσική κουβαλά τα δικά της νοήματα και μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά στο να αποτυπωθεί το νόημα σε ένα στίχο που αν τον διαβάσει κανείς ξέχωρα από τη μουσική ίσως δεν θα έχει την ίδια δυναμική. Γιʼ αυτό και η στιχουργική προσέγγισή μου σε ένα τραγούδι είναι τελείως διαφορετική από ότι σε ένα ποίημα. Όσον αφορά το ειδικό βάρος το οποίο ανέφερες θεωρώ ότι τα τραγούδια, όπως και η τέχνη γενικότερα, οφείλει να εκφράζει τον καιρό της και κυρίως την αλήθεια. Αν πρόκειται να εκθέσεις στον κόσμο ένα έργο σου, ένα δίσκο ή οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει νομίζω να έχει ουσιαστικά πράγματα να πει διαφορετικά δεν έχει νόημα για κανέναν πέρα από εσένα. Θα το θεωρούσα υποκρισία από μέρους μου αν μέσα σε αυτό το αποπνικτικό σκηνικό στο οποίο μας έχουν αναγκάσει να ζούμε εγώ εμφανιζόμουν με μερικά τραγούδια που θα αναλώνονταν σε τετριμμένα σχήματα και δεν θα άγγιζαν τα πραγματικά προβλήματα των καιρών.

* Τί θα έλεγες αλήθεια συγκρίνοντας τη μουσική πραγματικότητα, το καθημερινό μουσικό γίγνεσθαι στην Αγγλία και εδώ;

Παντού υπάρχει φτηνή, εύκολη μουσική που προβάλλεται μαζικά και καταναλώνεται ως προϊόν αν και νομίζω με όλο και μικρότερη αποδοχή από τον κόσμο πλέον, ειδικά τώρα που όλοι οι λαοί αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα και βρίσκονται σε σταυροδρόμι. Και, από την άλλη μεριά, παντού υπάρχουν ειλικρινείς, ταλαντούχοι καλλιτέχνες που προσπαθούν αν μη τι άλλο να καταθέσουν το έργο τους, με στόχο να εκφράσουν όσα είναι πράγματι σημαντικά, να μας κάνουν να σκεφτούμε, να προβληματιστούμε και τελικά να ονειρευτούμε έναν καλύτερο κόσμο σε αντίθεση με τη «διασκέδαση», δηλαδή με το σκόρπισμα, τη φυγή από την πραγματικότητα και τη λήθη, που έχει ως στόχο η μουσική που προβάλλει το star system. Η διαφορά ίσως της Ελλάδας με την Αγγλία είναι ότι εκεί υπάρχουν αφενός περισσότερες ευκαιρίες να ακούσεις σημαντικούς καλλιτέχνες γιατί είναι και μεγαλύτερος ο όγκος της δημιουργίας και αφετέρου οι ρόλοι είναι πιο ξεκάθαροι και κατά κάποιο τρόπο μοιρασμένοι, ξέρεις που θα ακούσεις καλή μουσική, ποιοι κάνουν τραγούδια για τον άνθρωπο και ποιοι κάνουν τραγούδια για το χρήμα, ενώ εδώ στην Ελλάδα έχουμε πολλά παραδείγματα τραγουδοποιών που παρουσιάζονται ως δήθεν ποιοτικοί ή και εναλλακτικοί ενώ στην ουσία δε μιλάνε κι αυτοί παρά για κάποια «χαμένη τους αγάπη» με περιτύλιγμα και προφίλ «ποιότητας»…

* Προφανώς τα χρόνια που έμεινες στην Αγγλία σε έκαναν να επηρεαστείς πολύ από τη διεθνή μουσική σκηνή, κατά τη γνώμη σου λιγότερο, το ίδιο ή περισσότερο από την ελληνική μουσική; Και με την ευκαιρία, πες μου μερικές από αυτές τις οποίες θεωρείς τις κυριότερες επιρροές σου, τόσο από την Ελλάδα όσο και εκτός αυτής.

Νομίζω ότι φαίνεται και στα τραγούδια μου ότι έχω επηρεαστεί περισσότερο από τη διεθνή μουσική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν κουβαλάω πάντα μέσα μου και τους Έλληνες δημιουργούς που αγάπησα, από τον Χατζιδάκι και τον Μαρκόπουλο μέχρι τον Σιδηρόπουλο και τον Άσιμο αλλά και νεότερους, όπως τον Αγγελάκα και τον Μάλαμα. Έχω ακούσει και συνεχίζω να ακούω πολλές διαφορετικές μουσικές από όλο τον κόσμο αλλά πλέον έχω κατασταλάξει σε κάποια είδη τα οποία με ενδιαφέρουν περισσότερο και στα οποία νιώθω και πιο άνετα όταν γράφω τραγούδια ο ίδιος. Φυσικά rock μα και blues και jazz αλλά κυρίως folk rock, εκεί βρίσκεται ο ήχος μου. Γιʼ αυτό και ξεκίνησα μια εκπομπή γύρω από τη folk rock σκηνή από τη δεκαετία του ʼ60 μέχρι και σήμερα στο διαδικτυακό ραδιοσταθμό indiegroundradio.com η οποία μεταδίδεται Κυριακή πρωί. Είναι ένα είδος που δεν έχει ακουστεί ιδιαίτερα στην Ελλάδα αλλά φαίνεται να το αποφεύγουν και στο εξωτερικό, ίσως λόγω της έντονης πολιτικοποίησης που είχαν πάντοτε οι folk τραγουδοποιοί.

Οι μεγαλύτερες επιρροές μου είναι κυρίως από τις δεκαετίες που άκμασε αυτή η σκηνή, John Martyn, Dino Valente, Phil Ochs, Pentangle και φυσικά ο Nick Drake στη μνήμη του οποίου αφιέρωσα και το κεντρικό τραγούδι του δίσκου μου, το «Αγέλη». Με επηρεάζουν όμως και νέοι τραγουδοποιοί, τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό. Προσπαθώ να μη «χάνω» ότι καλό βγαίνει και σήμερα και κάποιοι είναι πραγματικά εξαιρετικοί και ειλικρινείς τραγουδοποιοί. Ενδεικτικά να αναφέρω τον Jose Gonzalez και τον David Gray και από την Ελλάδα τους Κόρε. Ύδρο. και τον Νίκο Χαλβατζή. Υπάρχουν και άλλοι πολλοί όμως αλλά δεν προβάλλονται. Πέραν βέβαια από τις μουσικές επιρροές η σημαντικότερη επιρροή για όσα γράφω παραμένει ο κόσμος μας, οι συνθήκες της ζωής μας.

* Πώς γνώρισες τον Στάθη Δρογώση, πώς προέκυψε το να αναλάβει την ενορχήστρωση του δίσκου και κατά πόσο και με ποιο τρόπο πιστεύεις ότι συνεισέφερε στο τελικό αποτέλεσμα;

Γνωριστήκαμε μέσω του Μανώλη Φάμελλου, άκουσε τα τραγούδια μου σε πρωτόλεια μορφή και κατάλαβε τι θέλω να κάνω ήδη από την πρώτη ακρόαση. Είναι ένας σπουδαίος μουσικός και κατάφερε να προσθέσει τις ιδέες του χωρίς να αλλοιώσει τη φύση των τραγουδιών μου. Σεβάστηκε δηλαδή την ιδιαιτερότητά τους γιʼ αυτό και πολλά από τα τραγούδια παρέμειναν σε ακουστικές εκτελέσεις, δεν υπήρχε λόγος να τα φορτώσουμε. Από εκεί και πέρα σίγουρα ο δίσκος δε θα ήταν ο ίδιος χωρίς τον Στάθη, όχι μόνο λόγω της εμπειρίας, του ταλέντου και της αισθητικής του, ούτε μόνο για το πιάνο και την καταπληκτική του ερμηνεία στο «Ονειρολόγιο» που ερμηνεύουμε ντουέτο αλλά και γιατί ταιριάζουμε σε μεγάλο βαθμό στις αντιλήψεις μας, είναι ένας άνθρωπος της γενιάς μου με τις ίδιες ανησυχίες και τους ίδιους προβληματισμούς.

* Περιέγραψε με δυο λόγια πώς και γιατί προέκυψαν και οι, ουκ ολίγες, υπόλοιπες συμμετοχές.

Όλες όσοι συμμετείχαν είναι ουσιαστικά και φίλοι μου, άνθρωποι που με στήριξαν στη δημιουργία αυτού του δίσκου. Ο Μανώλης Φάμελλος με βοήθησε από την αρχή και τον ευχαριστώ ιδιαίτερα γιατί χωρίς εκείνον ο δίσκος πιθανά δεν θα είχε κυκλοφορήσει ακόμα. Είπαμε μαζί ένα πολύ ιδιαίτερο τραγούδι, το «Ατύχημα» και ο Μανώλης κατάφερε να αποτυπώσει εξαιρετικά το μαύρο χιούμορ των στίχων. Με τον Δημήτρη Παναγόπουλο είμαστε χρόνια φίλοι, είναι σαφέστατα ο πιο σπουδαίος folk τραγουδοποιός που υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα και με έχει επηρεάσει πολύ. Με τον Βαγγέλη Μαρκαντώνη γνωριστήκαμε λίγο πριν ξεκινήσω τις ηχογραφήσεις, άκουγα χρόνια και εκτιμούσα τους δίσκους που είχε κάνει με τους Ανοιχτή Θάλασσα, ήταν απʼ τις καλύτερες μπάντες της Ελλάδας. Τον εκτιμώ ιδιαίτερα σαν τραγουδοποιό και θεωρώ ότι είναι από τις πιο σπουδαίες φωνές που έχουμε στη ροκ σκηνή.

Με την Jessica Kilroy γνωριστήκαμε μέσα από το Διαδίκτυο, ακούγοντας ο ένας τραγούδια του άλλου στο myspace. Είχαμε γίνει φίλοι, έστω και «δια αλληλογραφίας» και όταν ήρθε η ώρα που χρειαστήκαμε γυναικεία φωνητικά για ένα τραγούδι δέχτηκε να μας χαρίσει την υπέροχη φωνή της. Ήρθε και στην Ελλάδα την άνοιξη στο πλαίσιο της πρώτης της ευρωπαϊκής περιοδείας και κάναμε δυο συναυλίες στην Αθήνα, πιθανά θα έρθει και την επόμενη χρονιά και σκεφτόμαστε να κάνουμε και έναν ολόκληρο δίσκο μαζί, με αγγλικό στίχο και στην Αμερική πλέον. Με τη Stephanie Voisin ήμασταν επίσης φίλοι εδώ και αρκετά χρόνια, έζησε στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία και γύρισε πρόσφατα στο Παρίσι. Οι Love Choir τέλος, ο Lio, η Natalie, ο Tommy και ο Aderito δημιούργησαν μια από τις πιο όμορφες στιγμές των ηχογραφήσεων, είναι παιδιά μεταναστών από αφρικανικές χώρες που ζουν στην Ελλάδα, τραγουδούν gospel και είναι ιδιαίτερα ταλαντούχοι παρά τη μικρή ηλικία τους.

* Τραγουδάς «γιατί πρέπει», με την έννοια ότι τα τραγούδια είναι εξ ολοκλήρου δικές σου δημιουργίες και δεν βρίσκεις κανένα που να μπορεί να το κάνει καλύτερα ή η ερμηνεία σε ενδιαφέρει εξίσου και σημαίνει το ίδιο πολλά για εσένα όσο και η δημιουργία;

Ξεκίνησα κυρίως σαν τραγουδιστής σε ροκ συγκροτήματα στην Αγγλία και άργησα πολύ μέχρι να νιώσω έτοιμος να παρουσιάσω τα δικά μου τραγούδια οπότε σίγουρα με ενδιαφέρει και η πτυχή της ερμηνείας. Ταυτόχρονα όμως χαίρομαι και για όλες τις συμμετοχές που είχα στον δίσκο, μου αρέσει που ακούγονται διαφορετικές φωνές και θα το επιδιώξω και στην επόμενη δισκογραφική μου απόπειρα. Θα με ενδιέφερε επίσης να ερμηνεύσω και εγώ τραγούδια άλλων φτάνει βέβαια να έχουμε μια συνάφεια ως δημιουργοί, στο τι θέλουμε να πούμε.

* Θεωρείς την «αγέλη» απλά ενοχλητική ή και επικίνδυνη; Υπάρχει τρόπος να ξεφύγει κανείς από αυτήν;

Η αγέλη των «λύκων» που μας τρομοκρατούν, μας εξουσιάζουν και μας στερούν το δικαίωμα όχι μόνο στην ελευθερία και την ευτυχία αλλά ακόμα και σε αυτήν την ίδια την επιβίωση είναι σαφώς επικίνδυνη και όσους τρόπους και να βρει κανείς να «ξεφύγει», περιστασιακά και για λίγο, από αυτήν στο τέλος η σύγκρουση μαζί της θα είναι αναπόφευκτη, σε συλλογικό πια επίπεδο. Αυτό νομίζω σήμερα αρχίζει να γίνεται εμφανές σε όλο και περισσότερους συνανθρώπους μας. Αυτή η τελευταία επίθεση του καπιταλισμού απέναντι στην ανθρωπότητα μέσω της τεχνητής κρίσης που έχει ως κύριο στόχο την υπερσυσώρρευση του πλούτου σε όλο και λιγότερα χέρια δεν αφήνει περιθώρια για υπεκφυγές σε κανέναν και νομίζω ότι αν αυτή τη φορά δεν υποκύψουμε και δεν παρασυρθούμε και «φοβηθούμε την αγέλη» ίσως και να σημάνει το κύκνειο άσμα της.

* Και τι πρόκειται να ακολουθήσει αυτό το ξεκίνημα, άμεσα αλλά και λίγο πιο μακροπρόθεσμα;

Ελπίζω σύντομα να εκδοθεί το δεύτερο βιβλίο μου που ήδη είναι έτοιμο, μια συλλογή κοινωνικοπολιτικών διηγημάτων με τίτλο «Ακίνητη Πόλη». Στη συνέχεια θέλω να τελειώσω και ένα θεατρικό μονόλογο που γράφω. Όσον αφορά τη μουσική έχω στα σκαριά ένα νέο κύκλο τραγουδιών και ελπίζω να μπορέσω από τον επόμενο χρόνο να ξεκινήσω τις ηχογραφήσεις. Προς το παρόν πάντως θέλω να παίξω τα τραγούδια αυτού οπότε θα τα πούμε και «ζωντανά»...

Σίγουρα και με άλλους τρόπους και αρκετές φορές στο μέλλον, για την περίπτωση του Δ. Λ. τουλάχιστον προσωπικά δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία...

Πηγή : http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=576253









Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Greening Humanity και Σάλτσα a la Ser John Sulston, ή πόσο επιστήμονες είναι οι τεχνοκράτες;

Greening Humanity και Σάλτσα a la Ser John Sulston, ή πόσο επιστήμονες είναι οι τεχνοκράτες;


Γράφει ο Κώστας Λάμπος

Το Ευγενίδειο Ίδρυμα, ένα ίδρυμα με ομολογουμένως σοβαρή παρουσία και δράση, διοργάνωσε (14-16.10.2010) σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Manchester, Διεθνές Συνέδριο στην Αθήνα με θέμα: «Πρασινίζοντας την Ανθρωπότητα. Επιστήμη, Καινοτομία, Ηθική και Πράσινη Ανάπτυξη». Πρωταγωνιστής σ’ αυτό το συνέδριο ο Sir John Sulston, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ Φυσιολογίας και Ιατρικής (2002), για τη συμβολή του στην αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος (DNA), ο οποίος και πραγματοποίησε την Πέμπτη 14.10.10, ομιλία με θέμα «Ο κεντρικός ρόλος του Πανεπιστημίου για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινωνίας βασισμένης στις αρχές της Βιώσιμης Ανάπτυξης».



Να σημειωθεί πως ο κεντρικός ομιλητής, ο Sir John Sulston, ήταν μαζί με τον καθηγητή της Βιοηθικής John Harris, και τον νομπελίστα οικονομολόγο Joseph Stiglitz, οι εμπνευστές μιάς διακήρυξης πενήντα γνωστών επιστημόνων, από όλο τον κόσμο, αναφορικά με το σκοπό, το ρόλο και την ηθική της επιστήμης, διακήρυξη που είναι γνωστή και ως Μανιφέστο του Μάντσεστερ, (The Manchester Manifesto)[1] Από τις πρώτες κιόλας γραμμές ορίζουν την επιστήμη, μαζί με τις καινοτομίες που φέρνει, ως «μια τεράστια επιχείρηση: εμπορική ή κοινοφελή, δημόσια ή ιδιωτική, βιομηχανική ή εκπαιδευτική, ερασιτεχνική ή επαγγελματική»[2] και στη συνέχεια προσπαθούν να δώσουν μια απάντηση στο ερώτημα σε ποιόν ανήκει η επιστήμη (“Who Owns Science?)[3]. Θα πρέπει να σημειωθεί πως το Μανιφέστο του Μάντσεστερ παρουσιάζεται ως το μεγάλο «κατηγορώ» κατά της εμπορευματοποίησης της επιστήμης. Ας δούμε όμως μερικά βασικά σημεία της φιλοσοφίας του Sir John Sulston και του Manchester Manifesto Group[4] αναφορικά με το σκοπό, το ρόλο και την ηθική της επιστήμης, για να καταλάβουμε που το πάνε και τι μπορούμε να περιμένουμε από το συγκεκριμένο συνέδριο.

1. Στο ερώτημα σε ποιόν ανήκει η επιστήμη και αφού μιλάνε για «ιδιοκτησία της επιστήμης», «διαχείριση της καινοτομίας», «ιδιοκτησία και διαχείριση της επιστήμης» και επαναλαμβάνουν πως «η επιστήμη αποτελεί μία ραγδαία αναπτυσσόμενη βιομηχανία»[5], τότε απαντούν πως εξαιτίας της εμπορευματοποίησης της επιστήμης και της γνώσης «η επιστήμη ανήκει σε «μερικές πολυεθνικές Εταιρίες»[6]. Δηλώνουν βέβαια πως «η επιστήμη μπορεί να υπηρετεί το κοινό καλό με την παραγωγή γνώσης που έρχεται να καλύψει ανθρώπινες ανάγκες και επιδιώξεις»[7] και αναφέρονται σε μια σειρά από παραδείγματα από τα οποία προκύπτει πως η επιστήμη, η έρευνα και η γνώση είναι αιχμάλωτες των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων, δηλαδή του μεγάλου Κεφαλαίου, σε βαθμό που να στραγγαλίζεται η έρευνα, να ποδηγετείται η επιστήμη και να χειραγωγείται η γνώση[8].

2. Στο ερώτημα ποιο είναι το χρέος των επιστημόνων απέναντι στη κατάσταση της εμπορευματοποίησης της επιστήμης, ο Sir John Sulston απαντά: «Οι επιστήμονες και οι ερευνητές είναι υποχρεωμένοι να λειτουργούν μέσα στο σύστημα όπως αυτό έχει, αλλά μπορούν να προσπαθήσουν να το επηρεάσουν προς το καλύτερο»[9]. Κλείνοντας με αυτόν τον εύκολο τρόπο την ευθύνη των επιστημόνων για την επιστήμη, σαν αυτοί να ζουν έξω και υπεράνω της κοινωνίας και της ανθρωπότητας, μεταφέρουν την ευθύνη στους διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας: «οι κυβερνώντες μπορούν να ανατρέψουν την κατάσταση χρηματοδοτώντας σοβαρά επιστημονικά έργα στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά ινστιτούτα, αντί να αφήνουν αυτό το ρόλο στις εταιρείες»[10], παραβλέποντας, προφανώς σκόπιμα και όχι από άγνοια, πως ‘οι κυβερνώντες’ είναι περισσότερο, από τους επιστήμονες, εξαρτημένοι από ‘τις εταιρείες’ και συνεπώς δεν μπορούν να έρθουν σε αντίθεση με τις εταιρείες που χρηματοδοτούν και εξασφαλίζουν την πολιτική καριέρα τους.

3. Το Manchester Manifesto Group υποστηρίζει, και σωστά, πως επειδή «έναντι των οποιωνδήποτε οικονομικών συμφερόντων (ατομικών, επιχειρηματικών ή εθνικών) υπερτερεί το συμφέρον του Δημοσίου και της ανθρωπότητας στο σύνολό της»[11], πρέπει να απελευθερωθεί η επιστήμη από τα συμφέροντα κάθε μορφής εξουσίας και να αποδοθεί στην κοινωνία και συνολικά στην ανθρωπότητα. Στο ερώτημα όμως τι πρέπει να γίνει για να ανήκει η επιστήμη στο κοινωνικό σύνολο και να υπηρετεί το γενικό συμφέρον, δηλώνουν τεχνοκράτες πραγματιστές και αμφιβάλλουν αν μπορεί να γίνει κάτι, «γιατί υπάρχουν πολύ δυνατά επιχειρηματικά λόμπι και δεν ξέρουμε πως θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από αυτή την παγίδα»[12], χωρίς να διερωτώνται πως αφού αυτοί που βρίσκονται στην κορυφή της γνώσης, ως διαχειριστές και φύλακες της σημαντικότερης κληρονομιάς της ανθρωπότητας δεν ξέρουν πως θα απελευθερωθεί η επιστήμη από την αιχμαλωσία του Κεφαλαίου, τότε πως απαιτούν από τους επαγγελματίες πολιτικούς και από τους πολίτες-αιχμάλωτους των καπιταλιστικών κάτεργων να ξέρουν;

4. Στο υποθετικό ερώτημα για τη σχέση μεταξύ καπιταλισμού και επιστήμης ο Sir John Sulston απαντά χωρίς να, και προφανώς για να μην, ερωτηθεί και για να μην παρεξηγηθεί από τις ‘εταιρείες’ ότι: «Η ελεύθερη αγορά είναι ένα χρήσιμος υπηρέτης, αλλά ένα κακός αφέντης. Τα κέρδη είναι ΟΚ ως οδηγός στη μικρή κλίμακα. Αλλά το πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί όλο αυτό πρέπει να φτιαχτεί λαμβάνοντας υπόψη λογικούς και μακροπρόθεσμους παράγοντες»[13].

Νομίζω πως όλη αυτή η μισοαληθινή και αληθοφανής ‘εξομολόγηση’, γιατί για μανιφέστο δεν φαίνεται, αποπνέει τη γνωστή αντιδραστική, αντεπιστημονική[14], την απάνθρωπη και αντικοινωνική ιδεολογία του τεχνοκρατισμού που κρύβεται πίσω από το δάκτυλο του με την υποτιθέμενη ‘ουδετερότητα του επιστήμονα’. Δηλαδή του ενταγμένου στο σύστημα εξουσίας του Κεφαλαίου τεχνοκράτη που επέλεξε να τα έχει καλά με το ‘κακό αφεντικό’ με αντάλλαγμα μερικά projects για την προώθηση του νέου επιχειρηματικού Κολοράντο του ηγεμονικού Κεφαλαίου, που ακούει στο φανταχτερό, όσο και μαγικό όνομα (Greening Humanity), παρασινιζόμενη ανθρωπότητα. Πρόκειται, όπως είναι γνωστό για ένα σχέδιο που κατά καιρούς φρεσκάρεται από τα αμερικανικά στρατηγεία, πότε ως «πράσινη επανάσταση» και πότε, όπως και στα καθ’ ημάς, ως «πράσινη ανάπτυξη». Και για να μην φανεί και απολίτικη η ομάδα του Μανιφέστου του Μάντσεστερ, γιατί πάντα οι ‘ουδέτεροι επιστήμονες’ θέλουν να τα έχουν καλά και με τις εξουσίες, προστίθεται σ’ αυτή την εξομολόγηση και μια σοσιαλδημοκρατική πινελιά για κάποια αφηρημένη δυνατότητα εξανθρωπισμού του καπιταλισμού. Το γεγονός όμως πως κάνουν λόγω για ‘ηθική της επιστήμης’ και όχι ηθική ή ανηθικότητα των επιστημόνων, των ‘εταιριών’, των κυβερνώντων και του καπιταλισμού, νομίζω πως δημιουργεί ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα επιστημολογίας και επιστημονικής δεοντολογίας που θαμπώνει σοβαρά τους ακαδημαϊκούς τίτλους και τα λαμπερά βραβεία τους. Έκαναν όμως τις επιλογές τους να είναι με το σύστημα. Το σύστημα που έμαθε στο μεταξύ να εκμεταλλεύεται για λογαριασμό του την επιστήμη, ταΐζοντας πιά και μην καίγοντας τους επιστήμονες, που έμαθε να εξαγοράζει τους εξαγοράσιμους με τα αργύρια της προδοσίας της επιστήμης και της κοινωνίας. Όσο για τους μη εξαγοράσιμους αυτοί μπορούν να γίνουν ταξιτζήδες, να φυτοζωούν ή και να πεθαίνουν στιγματισμένοι μόνοι τους από την πείνα.

Δεν ξέρω πόσοι εξωνημένοι υπηρέτες του Κεφαλαίου ξερογλείφονται για το τυράκι της ‘πράσινης ανάπτυξης’ και της ‘πρασινιζόμενης ανθρωπότητας’, χωρίς να βλέπουν τη φάκα. Δεν ξέρω επίσης αν όλοι αυτοί οι χυδαίοι τεχνοκράτες υπηρέτες του Κεφάλαιου έχουν συνείδηση της ευθύνης τους, που με τη δική τους υπογραφή καταστρέφεται η Φύση, η ζωή και ο ανθρώπινος πολιτισμός «για να είναι το κέρδος ΟΚ», ξέρω όμως πως κι’ αυτή η υπόσχεση για το νέο καπιταλιστικό παράδεισο, οδηγεί την εργαζόμενη κοινωνία και την εργαζόμενη ανθρωπότητα ένα ακόμα βήμα προς την κόλαση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Εκτιμώ, τέλος, πως οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού δεν μπορούν πιά να περιμένουν τίποτα από τον καπιταλισμό, τον όποιο καπιταλισμό, ‘τις εταιρείες’, τους κυβερνώντες’ τους παρακυβερνώντες, τους εκπροσώπους τους στα συνδικάτα και στα αστικά κοινοβούλια, και τους ‘ουδέτερους τεχνοκράτες’ με τις μισές αλήθειες και τα ολόκληρα παραμύθια τους και γι’ αυτό είναι υποχρεωμένες να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους και συνεπώς είναι υποχρεωμένες να κοινωνικοποιήσουν σταδιακά και επίμονα την επιστήμη και την επιστημονικά έγκυρη και κοινωνικά χρήσιμη γνώση, για να μπορέσουν στη συνέχεια και σύντομα να κοινωνικοποιήσουν τον πλούτο και την ευτυχία πάνω στον μόνο παράδεισο που υπάρχει στον Μεγαλοπρεπές Σύμπαν, στον πλανήτη Γη.

Αυτόν τον παράδεισο μπορούμε να τον κερδίσουμε, γκρεμίζοντας με γνώση την καπιταλιστική κόλαση, αντικαθιστώντας την καπιταλιστική βαρβαρότητα με τον Ανθρωπισμό.

--------------------------------------------------------------------------------

[1] Βλέπε: http://www.isei.manchester.ac.uk/TheManchesterManifesto.pdf,
[2] «Science, along with the innovation it generates, is a vast enterprise: commercial and pro-bono, public and private, industrial and educational, amateur and professional», ό. π.
[3] Ό. π.
[4] Ό. π.
[5] «Science is a rapidly growing industry», ό. π.
[6] Βλέπε Ρέμπελου Άννα, Σε πρώτο πρόσωπο, παρουσίαση του Τζον Σάλτσον, στο IΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ/NFORMER, 09.10.2010.
[7] “Science can serve the public good by generating knowledge to meet human needs and purposes», http://www.isei.manchester.ac.uk/TheManchesterManifesto.pdf
[8] «Αιχμή του δόρατος αποτελεί για τους υπογράφοντες το καθεστώς των ευρεσιτεχνιών. ‘Αντί να προωθούν την καινοτομία, οι ευρεσιτεχνίες στην πράξη συχνά την καταστέλλουν», έγραψε ο Σούλστον στον βρετανικό Guardian και ιδού γιατί: ‘Τα φάρμακα γίνονται “αειθαλή” όταν πρόκειται να εκπνεύσουν οι πατέντες που τα συνοδεύουν. Τότε, οι εταιρείες που τα παρασκευάζουν αγοράζουν τις πατέντες δυνητικά ανταγωνιστικών προϊόντων ώστε να μη βρουν ποτέ τον δρόμο της μαζικής παραγωγής. Επιπλέον, οι εταιρείες καθορίζουν συχνά τιμές, οι οποίες υπερβαίνουν σε τεράστια κλίμακα το κόστος παραγωγής του φαρμάκου και το οποιοδήποτε λογικό κέρδος’.
Το Μανιφέστο του Μάντσεστερ εκφράζει την ανησυχία των επιστημόνων για το γεγονός ότι η εμπορευματοποίηση, με τη μορφή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, διαπερνά σε αυξανόμενη έκταση και τη δημόσια σφαίρα. «Ακόμη και στα πανεπιστήμια», αναφέρουν οι διαπρεπείς επιστήμονες, ‘η παραγωγή νέας, επιστημονικής γνώσης και τεχνολογικής καινοτομίας, αν και έχει ήδη πληρωθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό, ιδιωτικοποιείται και πωλείται εκ νέου στο κοινό μέσω των ευρεσιτεχνιών, που οδηγούν στην παραγωγή εμπορικώς εκμεταλλεύσιμα προϊόντα’.
Ιδιαίτερα προκλητική θεωρούν οι υπογράφοντες την ιδιωτικοποίηση της ίδιας της Φύσης. Ενδεικτικά, εκτιμούν ότι ‘περίπου το 20% των ανθρωπίνων γονιδίων έχουν ήδη πατενταριστεί ή αποτελούν αντικείμενο αιτήσεων για άδεια ευρεσιτεχνίας. Ως αποτέλεσμα, η έρευνα πάνω σε συγκεκριμένα γονίδια περιορίζεται από εταιρείες που έχουν κατοχυρώσει τις αντίστοιχες πατέντες’. Επαναφέροντας μια ξεχασμένη έκκληση της Γαλλικής Επανάστασης, οι Σούλστον, Χάρις και Στίγκλιτς υποστηρίζουν ότι ‘έναντι των οποιωνδήποτε οικονομικών συμφερόντων (ατομικών, επιχειρηματικών ή εθνικών) υπερτερεί το συμφέρον του Δημοσίου και της ανθρωπότητας στο σύνολό της’», http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_1_28/02/2010_392386.
[9] Ό. π. Βλέπε Ρέμπελου Άννα, Σε πρώτο πρόσωπο…, ό.π., (διπλή υπογράμμιση Κ.Λ.)
[10] Ό. π.
[11] http://news.kathimerini.gr/4Dcgi/4Dcgi/_w_articles_civ_16_28/02/2010_392386,
[12] Βλέπε Ρέμπελου Άννα, Σε πρώτο πρόσωπο, παρουσίαση του Τζον Σάλτσον…, ό. π.
[13] Ό. π. , (διπλή υπογράμμιση Κ.Λ.).
[14] Γιατί η επιστήμη από τη φύση της ήταν, είναι και θα παραμείνει, παρά τις όποιες πρόσκαιρες παγίδες των τεχνοκρατών και του καπιταλισμού, επαναστατική, απελευθερωτική και ουμανιστική, επειδή, όπως πρόβλεψε ο Αριστοτέλης, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ένα καλύτερο κόσμο, στον οποίο οι δούλοι της μισθωτής εργασίας να μην χρειάζονται αφέντες και συνεπώς να μπορούν να αυτοαπελευθερωθούν και να χτίσουν ένα Νέο Οικουμενικό Ουμανιστικό Πολιτισμό, της Άμεσης Δημοκρατίας και της Αταξικής Κοινωνίας.

Γράφει ο Κώστας Λάμπος
http://www.infonewhumanism.blogspot.com/
prodeial21@gmail.com

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Οι Νόμοι, τα Μνημόνια, η Μαρμάγκα και ο Φόβος του «Ιστού της Αράχνης»

Οι Νόμοι, τα Μνημόνια, η Μαρμάγκα και ο Φόβος του «Ιστού της Αράχνης»[1]

Γράφει ο Κώστας Λάμπος

«Οι νόμοι είναι σαν τους ιστούς της αράχνης. Οι μικροί πιάνονται, οι μεγάλοι τους ξεσκίζουν»
Σόλων ο Νομοθέτης


Πρώτος ο Θρασύμαχος[2] μας δίδαξε πως το Δίκαιο δεν εκφράζει παρά το συμφέρον του ισχυρότερου. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ διερμηνεύοντας την περιπέτεια των Αφροαμερικανών συμπολιτών του διακήρυξε πως «ο νόμος και η τάξη υπάρχουν για να εδραιώνουν τη Δικαιοσύνη. Όταν αποτυγχάνουν σ’ αυτόν τους το σκοπό, γίνονται τα φράγματα που μπλοκάρουν τη ροή της κοινωνικής προόδου» και συνεπώς χρέος της εργαζόμενης ανθρωπότητας είναι να ανατρέψει τα συμφέροντα των ισχυρών και να αλλάξει τους άδικους νόμους.

Από τη στιγμή, λοιπόν, που ο νόμος εκφράζει το δίκαιο του ισχυρότερου, το δίκαιο του εξουσιαστή, το δίκαιο του κατέχοντος, δηλαδή το δίκαιο του δουλοκτήτη, του φεουδάρχη, του κεφαλαιοκράτη και του γραφειοκράτη, αυτό σημαίνει πως εμπεριέχει βία και αδικία, οπότε είναι φυσικό για τους πολλούς, για τους εξουσιαζόμενους και οικονομικά και κοινωνικά εκμεταλλευόμενους δούλους, δουλοπάροικους και μισθωτούς, που δεν έχουν δικούς τους νόμους και ζουν με τους ξένους νόμους, να αφήνει μια αίσθηση αδικίας και μάλιστα μιας «αδικίας που την επιβάλλει ο Νόμος», του εκάστοτε νομοθέτη, ως ιστός της εκάστοτε «Μαρμάγκας».

Το ρόλο της «Μαρμάγκας» η άρχουσα τάξη τον αναθέτει στο μηχανισμό της «Δικαιοσύνης», η ηγεσία της οποίας, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, κι’ όχι μόνο, διορίζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση, σε αντίθεση με την «αρχή της διάκρισης των εξουσιών». Άμεση συνέπεια αυτής της σχέσης εξάρτησης της «Δικαιοσύνης» από την εκτελεστική εξουσία είναι, οι δοτές ηγεσίες της «Δικαιοσύνης», να καταδικάζουν τον Κολοκοτρώνη, ή τον Μπελογιάννη, τον εκάστοτε πολιτικό, κομματικό και οπωσδήποτε πάντα τον ταξικό αντίπαλο.

Έτσι όμως είναι φυσικό, πως με το πέρασμα του χρόνου, η αδικία που συσσωρεύεται, να «πνίγει» τους αδικούμενους και να εκφράζεται ως παράπονο, διαμαρτυρία, αγωνιστική διεκδίκηση, οπότε οι εξουσιαστές αρχίζουν να ανησυχούν, να «παίρνουν μέτρα», συνήθως αυταρχικότερα, να φοβούνται ότι θα χάσουν τα προνόμια, ίσως και την εξουσία. Και όταν ο Φόβος τους εξελίσσεται σε Εφιάλτη, τότε κινούν τους μηχανισμούς καταστολής, περιορίζουν τις λαϊκές ελευθερίες, συρρικνώνουν τα ατομικά δικαιώματα των εργαζομένων και κάποια στιγμή κάνουν χρήση της κρατικής βίας και τρομοκρατίας, φυλακίζοντας μέσα στις ταξικές θεσμικές φυλακές τους ολόκληρες κοινωνίες.

Σε τέτοιες στιγμές κοινωνικής κρίσης, όπου οι άδικοι νόμοι αποδεσμεύουν την κρυμμένη σ’ αυτούς βία, οπότε, σύμφωνα με το φυσικό νόμο της δράσης που προκαλεί αντίδραση, οι αποδέκτες της κρατικής βίας και τρομοκρατίας αναγκάζονται να αντισταθούν, εμπλεκόμενοι έτσι σ’ ένα φαύλο κύκλο του Φόβου και της Βίας.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η κοινωνική σύγκρουση γίνεται συχνά αναπόφευκτη και ανάλογα με το «νικητή», η συγκεκριμένη οικονομική, κοινωνική και νομική τάξη καταρρέει και τη θέση της παίρνει μια καινούργια τάξη, μια καινούργια πραγματικότητα.

Έτσι γράφεται μέχρι σήμερα η ιστορία των κοινωνιών και της Ανθρωπότητας. Πιθανότατα θα συνεχίσει και στο ορατό μέλλον, να γράφεται με τον ίδιο τρόπο. Όσο τουλάχιστον οι νομοθέτες θα παράγουν «Δίκαιο της ανισότητας και της αδικίας», Δίκαιο ταξικό, όσο θα νομιμοποιούν την ιδιοποίηση, δηλαδή την κλοπή του κοινωνικού πλεονάσματος και θα επιβάλλουν έναν άδικο καταμερισμό του παγκόσμιου, του εθνικού και του τοπικού κοινωνικού πλούτου, αδιαφορώντας για τις ανάγκες των εργαζομένων, της κοινωνίας και των επόμενων γενεών.

Με δεδομένο πως σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης έχει παγκοσμιοποιηθεί το συμφέρον του ισχυρότερου, αξίζει, να μελετήσουμε τη διαδικασία της διεθνοποίησης της έννομης τάξης, ως διαδικασία παράλληλη της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, για να δούμε ποιος υπαγορεύει νόμους, δηλαδή ποιος είναι πραγματικά ο παγκόσμιος νομοθέτης, άρα και ο ουσιαστικός νομέας του πλούτου και κατά συνέπεια το παγκόσμιο αφεντικό. Ίσως έτσι ζώντας πρόωρα τον εφιάλτη, που μας ετοιμάζουν οι νεοσκοταδιστές και οι νεοφασίστες, ξυπνήσουμε και στρατευθούμε σ’ ένα Νέο Διαφωτισμό, ικανό να σταθεί φραγμός στη νέα απόλυτη Βαρβαρότητα. Ο Χάρολντ Πίντερ (βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2005), μας μεταφέρει μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική και πολύ ενδιαφέρουσα για μας τους Έλληνες εικόνα, για το πώς αντιλαμβάνονται οι Αυτοκράτορες της Νέας Ρώμης τον «παγκόσμιο» ρόλο τους, αλλά και τα δικαιώματα των Λαών να αυτοπροσδιορίζονται: «Το 1965 ο Πρόεδρος Λίντον Τζόνσον είπε στον Έλληνα πρέσβη στις ΗΠΑ. «Γάμησε τη Βουλή σας και το Σύνταγμα. Η Αμερική είναι ελέφαντας. Η Κύπρος είναι ψύλλος. Η Ελλάδα είναι ψύλλος. Αν αυτοί οι δύο τύποι εξακολουθήσουν να προκαλούν φαγούρα στον ελέφαντα, μπορεί να φάνε καμιά γερή φάπα […] Αν ο πρωθυπουργός σου αρχίζει να μου λέει για Δημοκρατίες, Κοινοβούλια και Συντάγματα, αυτός, το Κοινοβούλιο και το Σύνταγμά του μπορεί να μην κρατήσουν και πολύ». Το εννοούσε. Δύο χρόνια αργότερα, οι συνταγματάρχες πήραν την εξουσία και ο Ελληνικός Λαός πέρασε εφτά χρόνια στην κόλαση»[3].

Από τότε ο Ηγεμόνας, δηλαδή ο σκληρός πυρήνας του κεφαλαίου, εκσυγχρονίστηκε και επιβάλλει τη θέλησή του περισσότερο με έμμεσους τρόπους, δηλαδή με την παγκοσμιοποίηση, με τα καταχρηστικά δάνεια (Odius Dept)[4] και τις εκβιαστικές εμπορικές συμφωνίες με τις οποίες γονατίζει τις οικονομίες των χωρών και στη συνέχεια με τα ληστρικά δάνεια και τα μνημόνια, που υπαγορεύει ο Δόκτωρ Θάνατος[5] και το κατά κόσμον Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αναλαμβάνει «να σώσει» τα θύματά του, στύβοντας στην κυριολεξία την εργαζόμενη κοινωνία και οργανώνοντας άγριο πλιάτσικο σε βάρος του εθνικού πλούτου και των υποδομών των εθνικών οικονομιών των χωρών-θυμάτων του.

Από τη στιγμή, όμως, που οι κυβερνήσεις των αχυρανθρώπων του Ηγεμόνα, ανάλαβαν καθήκοντα στο σταύλο των Ελεφάντων, είναι φανερό πως οι Λαοί πρέπει να κρατήσουν όλους τους Ελέφαντες έξω από τις αίθουσες των καθρεφτών. Έξω για πάντα, για να παραμείνουν άθραυστοι οι καθρέφτες του Χτες, του Σήμερα και του Αύριο του ανθρώπινου Γένους και του ανθρώπινου Πολιτισμού. Γι’ αυτό οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού πρέπει να οργανώσουν τη «Μεγάλη Καμπή»[6] της ιστορίας, δηλαδή την ανατροπή του Ηγεμόνα.

Για να μπορέσει να συμβεί αυτό, θα πρέπει οι Λαοί να διεκδικήσουν το δικαίωμά τους να αυτοκυβερνώνται και να συμβιώνουν ειρηνικά, πράγμα που σημαίνει πως θα πρέπει να καταργήσουν τους ελέφαντες, τους σταβλίτες, τους «ιστούς της Μαρμάγκας», κατά συνέπεια και τις «Μαρμάγκες» και να χτίσουν τους δικούς τους Νόμους και τη δική τους Δικαιοσύνη, που θα καταργεί κάθε εξουσιαστική δομή και βία και θα σέβεται τον Άνθρωπο, την κοινωνία του και τον πολιτισμό του.

Τα τελευταία χρόνια οι Λαοί μπαίνουν ο ένας μετά τον άλλον, με πρώτον και καλύτερο τον Ελληνικό Λαό, στο καλούπι του ‘παγκόσμιου νομοθέτη’, από το οποίο βγαίνουν, ως σύγχρονοι αφροαμερικάνοι δούλοι στερημένοι κάθε δικαιώματος και καταδικασμένοι στην απόλυτη εξαθλίωση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Από αυτή την κατάσταση μόνο μια Νέα Μεγάλη Έξοδος προς μια Νέα Ελευθερία μπορεί να ανατρέψει το ρου της ιστορίας και να οδηγήσει σε ένα Νέο Οικουμενικό Ουμανιστικό Πολιτισμό.

Με δεδομένο πως η λεγόμενη Αριστερά, ως όλον εκ των άπειρων συνιστωσών της, σε τοπική και σε παγκόσμια κλίμακα λειτουργεί ως ζαλισμένη πολυκέφαλη σαρανταποδαρούσα (που θα ήθελε, αλλά δεν μπορεί, να πορευτεί ταυτόχρονα προς σαράντα κατευθύνσεις για να εφαρμόσει σαράντα τακτικές και χιλιάδες πρακτικές για ένα θολό σοσιαλισμό που βολοδέρνει μεταξύ της άθλιας σοσιαλδημοκρατίας και ενός κάποιου αποκρουστικού κρατικοκαπιταλισμού μασκαρεμένου με μια κάποια «δικτατορία του προλεταριάτου» για να καταλήξουμε σαν τη σημερινή Ρωσία, την λεγόμενη λαϊκή Κίνα, ή ακόμα και την ‘σοσιαλιστική’ Κούβα), στις δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού δεν απομένει άλλη επιλογή από αυτήν της ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής αυτονόμησής της από όλα τα κόμματα του αστικού κοινοβουλίου και τη χάραξη μιάς Νέας Αντικαπιταλιστικής Πορείας με κατεύθυνση τον Ουμανισμό της Άμεσης Δημοκρατίας και της Αταξικής Κοινωνίας, πράγμα που προϋποθέτει τη δημιουργία μιάς Νέας Αριστεράς, της Ουμανιστικής Αριστεράς. Δεν υπάρχει πιά καιρός για αρχηγικά παιχνίδια και για άλλες αυταπάτες…



--------------------------------------------------------------------------------
[1] Για μια διεξοδικότερη ανάλυση βλέπε: Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της Παρακμής, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήνα 2009.
[2] «Φημί γαρ εγώ είναι το δίκαιον ουκ άλλο τι, ή το του κρείττονος συμφέρον.»
[3] Παπασπύρου Σταυρούλα, «Και η σιωπή είναι συνενοχή», παρουσίαση του Νομπελίστα Χάρολντ Πίντερ, στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της 26. 03 06, Ένθετο «&7», σελ. 26 και 27.
[4] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, ODIOUS DEPT ΚΑΙ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ, http://epithesh.blogspot.com/2010/06/odious-dept.html .
[5] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Ο ασθενής καπιταλισμός και ο Δόκτωρ Θάνατος, στο Περιοδικό ΠΟΛΙΤΕΣ, τεύχος 15/Ιούνης 2010.
[6] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Η Μεγάλη Καμπή, στο Περιοδικό ΠΟΛΙΤΕΣ, τεύχος 13/Απρίλης 2010