Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΚΛΟΓΕΣ ΓΙΑ ΑΛΛΑΓΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, ή ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ;


Γράφει ο Κώστας Λάμπος
prodial21@gmail.com



Η παρακμή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, όπως αυτή προβάλλει μέσα από την ραγδαία διευρυνόμενη έλλειψη τροφής, καθαρού νερού και καθαρού αέρα, το συνεχώς διευρυνόμενο περιορισμό των δικαιωμάτων των εργαζόμενων, τη βίαια διευρυνόμενη κοινωνική αδικία, το Φόβο και τη δυστυχία της αποφασιστικής πλειονότητας της ανθρωπότητας, από τη μια μεριά και τη συσσώρευση του πλούτου, των προνομίων, της εξουσίας και της δύναμης καταστροφής στα χέρια μιας όλο και συρρικνούμενης μειοψηφίας κεφαλαιοκρατών, από την άλλη, αποκαλύπτει την πλήρη και οριστική αποτυχία του «Κοινωνικού Συμβολαίου» της αστικής επανάστασης, ιδεολογίας και πολιτικής, αποκαλύπτει δηλαδή την πλήρη και οριστική αποτυχία του αστικού, του κεφαλαιοκρατικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος και συνακόλουθα του αστικού πολιτικού συστήματος.
Αυτός ο κοινωνικά διχαστικός τρόπος λειτουργίας του κεφαλαιοκρατικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος έφερε την ανθρωπότητα στη σημερινή καθολική εφιαλτική συστημική κρίση, το ξεπέρασμα της οποίας δεν μπορεί να περιοριστεί σε αλλαγές στο εποικοδόμημα, δηλαδή στο πολιτικό σύστημα, αλλά μπορεί να γίνει με τη συνολική απόρριψη του συγκεκριμένου κοινωνικοοικονομικού συστήματος, πράγμα που προϋποθέτει τη σύναψη ενός νέου, σύγχρονου Κοινωνικού Συμβολαίου με το οποίο θα θεμελιώνεται μια νέα μετακαπιταλιστική εποχή που θα απαλλάσσει την ανθρωπότητα από την καπιταλιστική βαρβαρότητα και θα βάζει τις βάσεις για το χτίσιμο ενός καλύτερου κόσμου και ενός ουμανιστικού πολιτισμού.
Με αυτή την έννοια η σημασία κάθε εκλογικής διαδικασίας δεν είναι μονοσήμαντη, γιατί για μεν τις δυνάμεις του σκληρού πυρήνα του κεφαλαιοκρατικού συστήματος οι εκλογές είναι μια μεθοδικά στημένη εξαπάτηση του εκλογικού σώματος με την οποία αποσκοπούν στην επιλογή πολιτικού διαχειριστή του συστήματος, ο οποίος, αν και ουσιαστικά θα λειτουργεί ως εκφραστής του Κεφαλαίου εναντίον των δυνάμεων της Εργασίας, θα εμφανίζεται όμως ως «εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας» για να χρεώνεται αυτός και όχι το ίδιο το κεφαλαιοκρατικό σύστημα τα εγκλήματά του κατά της συγκεκριμένης κοινωνίας και συνολικά κατά της ανθρωπότητας.
Για τις δυνάμεις όμως της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού και συνολικά για την εργαζόμενη ανθρωπότητα οι εκλογές σηματοδοτούν την προσδοκία της αλλαγής προς το καλύτερο, που ως τέτοιο νοείται η προσδοκία :
Για την κατάργηση της φτώχειας, με στόχο την εξασφάλιση της οικουμενικής ευημερίας η οποία είναι σήμερα απόλυτα δυνατή χάρη στον υψηλό βαθμό ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας, φτάνει αυτές να πάψουν να είναι δέσμιες του Κεφαλαίου, πράγμα που σημαίνει να πάψουν να υπηρετούν την ταξική δικτατορία του Κεφαλαίου πάνω στην κοινωνία και να επιστρέψουν εκεί που αντικειμενικά ανήκουν δηλαδή στην κοινωνία και στην ανθρωπότητα συνολικά,
Για την κατάργηση των πολέμων, που δεν εξυπηρετούν παρά μόνο τα συμφέροντα της κεφαλαιοκρατίας και τα ηγεμονικά σχέδια των ανταγωνιζόμενων κεφαλαιοκρατικών ομάδων, με στόχο τη διασφάλιση της οικουμενικής ειρήνης η οποία είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ αναγκαία,
Για την κατάργηση των δομών υπονόμευσης των επιμέρους τοπικών οικοσυστημάτων, αλλά και του γενικότερου πλανητικού οικοσυστήματος με την οποία δεν υποβαθμίζεται μόνο το σημερινό βιοτικό επίπεδο, αλλά καταστρέφονται σταδιακά και ανεπανόρθωτα οι προϋποθέσεις ύπαρξης της ίδιας της ζωής πάνω στον πλανήτη Γη, με στόχο την αποκατάσταση της ισόρροπης σχέσης μεταξύ κοινωνίας-ανθρωπότητας και Φύσης.
Για την κατάργηση των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών, ατομικών, ταξικών και περιφερειακών ανισοτήτων που επιβάλλει ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, δηλαδή η δικτατορία του Κεφαλαίου πάνω στην κοινωνία, τις οποίες καλύπτει η λεγόμενη αστική Δημοκρατία, με σκοπό την εγκαθίδρυση της Άμεσης Οικουμενικής Οικονομικής, Κοινωνικής και Πολιτικής Δημοκρατίας το μοναδικό εγγυητή της υποταγής της οικονομίας στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας, προϋπόθεση αναγκαία για την κατοχύρωση της Ισονομίας, της Ισοπολιτείας, της Ισότητας, της Ελευθερίας και του Ανθρωπισμού, αλλά και της ισόρροπης και αειφόρου ανάπτυξης.

Γίνεται φανερό πως για τις δυνάμεις του σκληρού πυρήνα του Κεφαλαίου οι εκλογές δεν είναι παρά μια επιχείρηση απόκρυψης της αντικειμενικής πραγματικότητας και παραπλάνησης της κοινωνίας, η οποία καλείται μέσα από πολλαπλές διαδικασίες «ωρίμανσης», να μετακινηθεί από ένα «κόμμα εξουσίας» προς ένα άλλο αντίστοιχο κόμμα ή συνασπισμό κομμάτων και να απομακρύνει με την ψήφο της τον «αποτυχημένο» διαχειριστή και να επιλέξει έναν «καταλληλότερο» διαχειριστή. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες απόκρυψης της αντικειμενικής πραγματικότητας και παραπληροφόρησης είναι προφανές πως η κοινωνία αποπροσανατολίζεται, χάνει την Εαυτότητά της, κατακερματίζεται και υπογράφει την καταδίκη της με τη δική της ψήφο.
Γι’ αυτό στην ιστορική διαδρομή των κοινωνιών αναπτύσσονται στο εσωτερικό τους φωνές, κινήσεις, οργανωμένες δυνάμεις και κινήματα που αναλαμβάνουν το ρόλο της αποκάλυψης του χαρακτήρα των εκλογών στο αστικό πολιτικό σύστημα, της ενημέρωσης της κοινωνίας για τα πραγματικά προβλήματα και τις δυνατότητές της και κατά συνέπεια αναλαμβάνουν το χρέος συνδιαμόρφωσης ενός οράματος για ένα καλύτερο κόσμο και ενός Σχεδίου για την έξοδο από την καπιταλιστική βαρβαρότητα και την πορεία σε μια αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία της πραγματικής Δημοκρατίας, της Ελευθερίας, της Ειρήνης και του Ουμανισμού.
Στον εικοστό αιώνα αυτό το ρόλο, τον έπαιζαν κατά κύριο λόγω τα λεγόμενα κομμουνιστικά-μαρξιστικά, αλλά στην ουσία μόνο λενινιστικά κόμματα, τα οποία λειτουργούσαν ως παραρτήματα του μητροπολιτικού Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και συνεπώς ο βαθμός της «αντιπαλότητάς» τους με τις τοπικές κεφαλαιοκρατικές ολιγαρχίες προσδιορίζονταν από τα συμφέροντα και τις σχέσεις της Σοβιετικής Ένωσης και συγκεκριμένα της κυρίαρχης νομενκλατούρας του ΚΚΣΕ, στην εκάστοτε συγκυρία και στην κατά περίπτωση χώρα.
Στον εικοστό πρώτο αιώνα και ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και το ξεθώριασμα του μοντέλου του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ο οποίος δεν ήταν παρά ένας μανιακός, «ένας άγριος γραφειοκρατικός κρατικός καπιταλισμός» , πολλοί θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, πίστεψαν πως έφτασε το «τέλος της ιστορίας» με την έννοια πως η αστική Δημοκρατία, δηλαδή η Δικτατορία του ιμπεριαλιστικού Κεφαλαίου, αποτελεί το τελευταίο και το ανώτατο στάδιο εξέλιξης της ανθρωπότητας, ή «το τέλος της εργασίας», με την έννοια πως ο καπιταλισμός μπορεί να υπάρξει με λιγότερους ή και χωρίς εργαζόμενους και συνεπώς η εργαζόμενη ανθρωπότητα θα έπρεπε να «υποταχθεί στην καπιταλιστική μοίρα της».
Φαίνεται πως όλοι αυτοί οι καλαμαράδες της καπιταλιστικής μαφίας δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τα κόλπα της «καπριτσιόζας ιστορίας», όπως την αποκαλούσε ο Φρίντριχ Έγκελς, με τις εξουσίες και με τις μεγάλες δυνάμεις και γι’ αυτό δεν μπόρεσαν να προβλέψουν πως η αδυναμία του καπιταλισμού να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της ανθρωπότητας αφενός και η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης αφετέρου, αποκάλυψαν πως «ο Βασιλιάς είναι γυμνός», δηλαδή πως το Κεφάλαιο ανεξάρτητα από την εκάστοτε μορφή του είναι το ίδιο αντικοινωνικό και απάνθρωπο και συνεπώς η κάθε κοινωνία και συνολικά η εργαζόμενη ανθρωπότητα δεν μπορούν να περιμένουν τη λύση των προβλημάτων τους και την πρόοδο τους από τη μια ή την άλλη μερίδα του Κεφάλαιου ή από τον ένα ή τον άλλο καπιταλισμό και τον κάθε Ηγεμόνα και πολύ περισσότερο δεν μπορούν να περιμένουν ουσιαστικές λύσεις από τους ταξικά και κοινωνικά πνευματικά και ηθικά ευνουχισμένους ταχυδακτυλουργούς πολιτικάντηδες του αστικού πολιτικού τσίρκου που το χρηματοδοτεί το μαύρο πολιτικό χρήμα και το διαφημίζουν τα ΜΜΕ.
Αυτή η καινούργια πραγματικότητα οδηγεί στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για την θεσμικά και δομικά αυτόνομη αμεσοδημοκρατική συγκρότηση της κοινωνίας και συνολικά της εργαζόμενης ανθρωπότητας σε δύναμη ανατροπής του καπιταλισμού και ταυτόχρονα σε δύναμη οικοδόμησης ενός καλύτερου κόσμου, πράγμα που σημαίνει μετατόπιση της κοινωνίας από τη θέση του οπαδού-ψηφοφόρου των κομμάτων διαχείρισης, της ιδιωτικοεπιχειρηματικής καπιταλιστικής ή της κρατικοκαπιταλιστικής εξουσίας, σε πολιτικά αυτενεργή και απελευθερωτική δύναμη, σε δύναμη που θα αρνείται το ρόλο του οπαδού-ψηφοφόρου ακόμα ούτε και των παραδοσιακών λεγόμενων αριστερών κομμάτων, αλλά θα συγκροτείται, θα σκέπτεται και θα λειτουργεί η ίδια συλλογικά, συνολικά και οικουμενικά, άμεσα και αποφασιστικά ως σύγχρονη επαναστατική αριστερά, οι συνειδητές αμεσοδημοκρατικές επιλογές της οποίας θα τη βγάζουν σταδιακά από τα αδιέξοδα του καπιταλισμού και θα μετασχηματίζουν τις τοπικές-εθνικές και τις παγκόσμιες αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις σε δύναμη συνολικής και οριστικής υπέρβασης του καπιταλισμού.
Εκείνο που η τοπική, αλλά και η παγκόσμια ιστορική συγκυρία θέτει σήμερα στην Ημερήσια Διάταξη των λαϊκών αγώνων, δεν είναι τελικά η επανίδρυση, η αναγέννηση, η ανασυγκρότηση, η ανανέωση, η επανασοσιαλιστικοποίηση, η επανακομουνιστικοποίηση και ο εκσυγχρονισμός των υφιστάμενων αριστερών κομμάτων, ή ένα καινούργιο «αριστερό» κόμμα, καμωμένο από εξουσιομανείς ηγετίσκους, ή φαντασμένους μεσσίες με παλιά υλικά και με παραδοσιακές αντιλήψεις για το ρόλο των «ηγετικών πρωτοποριών» και των «μαζών», που κουβαλάνε στο σπέρμα τους μια νέα ταξική διαφοροποίηση.
Την πορεία προς την καπιταλιστική βαρβαρότητα μπορεί να την ανακόψει μόνο μια ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ αποφασισμένη στην πλειοψηφία της να καταργήσει τον καπιταλισμό, σε κάθε πιθανή και απίθανη εκδοχή του, ως κοινωνική σχέση μεταξύ των εργοδοτών που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και συνεπώς ελέγχουν τη διανομή του κοινωνικού πλούτου και της εργαζόμενης κοινωνίας, η οποία κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι καταδικασμένη να λιμοκτονεί ως άνεργος εφεδρικός βιομηχανικός στρατός, είτε ως μισθοφόρος-εργαζόμενος σε σχέσεις μισθωτής δουλείας που φυτοζωεί με μισθούς πείνας και σε συνθήκες απόλυτης εργοδοτικής και κρατικής τρομοκρατίας. Με απλά λόγια, ο 21ος αιώνας, ως ελπιδοφόρο παρόν, απαιτεί μια αριστερή κοινωνία η οποία θα καταργήσει κάθε μορφής εργοδοσία-εξουσία και θα υποτάξει την οικονομία στην κοινωνία, για να πάψει η Εργασία να είναι δουλεία, προϋπόθεση αναγκαία για την κατάργηση των εξουσιαστών και κατ’ επέκταση των εξουσιαζόμενων και ικανή συνθήκη για την οικοδόμηση της οικουμενικής αταξικής κοινωνίας συνεργαζόμενων Ανθρώπων, Λαών και Εθνών.
Αυτό είναι σήμερα το ιστορικό χρέος και το αναγκαίο πεδίο δράσης όλων των συνειδητοποιημένων δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού και όχι να γίνονται «πολιτική πελατεία» των όποιων κομμάτων, τα οποία άλλωστε δεν είναι παρά ένα ιστορικό φαινόμενο ταξικών κοινωνιών και αναγκαία εξουσιαστικά εργαλεία για τη λειτουργία των «αντιπροσωπευτικών» λεγόμενων Δημοκρατιών, τα οποία τελικά το μόνο σκοπό που εξυπηρετούν είναι να περιθωριοποιούν την Κοινωνία, δηλαδή το Δήμο, για να λειτουργεί το Κράτος κατά του Δήμου και υπέρ της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης.
Στη σημερινή Ελλάδα που βιώνει τη χειρότερη ιστορική περίοδο μετά την, από τους ποικιλόχρωμους ιμπεριαλιστικούς προστάτες των ντόπιων πολιτικών δυνάμεων, υποκινηθείσα καταστροφική εμφυλιοπολεμική σύγκρουση, βρισκόμαστε και πάλι μπροστά σε μια καινούργια εκλογική αναμέτρηση των πολιτικών κομμάτων της «αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας» που ανταγωνίζονται μέχρι θανάτου, ως άλλοι μονομάχοι στο Κολοσσαίο του ανθύπατου αρμοστή του ντόπιου πλιατσικοκαπιταλισμού και του μεγάλου Ηγεμόνα, του Αμερικανισμού. Το γεγονός πως η δράση των πολιτικών κομμάτων εξαντλείται σε αλληλοκατηγορίες για ανικανότητα, διαπλοκή και διαφθορά και εκφυλλίζεται σε πολιτικά καλλιστεία για το ποιος είναι ο καταλληλότερος διαχειριστής του καπιταλιστικού συστήματος, χωρίς να γίνεται καμιά ουσιαστική αναφορά στο ρόλο του Κεφάλαιου και του ιμπεριαλισμού, δεν αφήνει περιθώρια να ελπίζει κανείς πως αυτές οι εκλογές θα δώσουν λύσεις στα προβλήματα των εργαζόμενων, της Ελλάδας και του Ελληνισμού.

Υπάρχει όμως μια πραγματικότητα, η οποία, ανεξάρτητα από τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των εργαζόμενων, της Ελλάδας και του Ελληνισμού, έχει να κάνει με την τρέχουσα άθλια καθημερινότητα που δημιούργησε η δουλική Δεξιά με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της, πάνω φυσικά στην άθλια νεοφιλελεύθερη πολιτική του σημιτικού εκσυγχρονισμού, η οποία έχει οδηγήσει τη χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, δηλαδή στον προθάλαμο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της λεγόμενης Παγκόσμιας Τράπεζας που προωθούν τα σχέδια της παγκόσμιας ηγεμονίας του Αμερικανισμού.

Υπάρχει και μια δεύτερη πραγματικότητα σ’ αυτή τη χώρα που έχει να κάνει με το γεγονός πως, ανεξάρτητα από το βαθύτερο χαρακτήρα των πολιτικών κομμάτων, ο Ελληνικός Λαός εκφράζει με την ψήφο του την προτίμησή του στα λεγόμενα κεντροαριστερά και αριστερά κόμματα σε μια αναλογία περίπου 60-65% (αριστερά) προς 35-40% (δεξιά). Αυτή η πραγματικότητα είναι ενδεικτική του πολιτικού προσανατολισμού του εργαζόμενου Ελληνικού Λαού. Το γεγονός όμως πως οι πολιτικές επιλογές του αποβαίνουν άγονες, σε βαθμό μάλιστα που ο ίδιος αναγκάζεται, με τη βοήθεια φυσικά «σκανδαλίδειων» και «παυλοπούλειων» εκλογικών εκτρωμάτων, να αναδείχνει, κατά περιόδους, δεξιές κυβερνήσεις μειοψηφίας, αποκαλύπτει πως αυτά τα πολιτικά μεγέθη που εμφανίζονται ως αριστερά δεν είναι παρά η «αριστερή» εκδοχή του καπιταλιστικού συστήματος, προκειμένου να παραπλανάται το εκλογικό σώμα και να μην αμφισβητεί το ίδιο το οικονομικό σύστημα, αλλά να εξαντλείται, ως νέος Σίσυφος, στην αμφισβήτηση πότε του ενός και πότε του άλλου διαχειριστή του καπιταλισμού.

Η Τρίτη πραγματικότητα έχει να κάνει με το γεγονός της πολυδιάσπασης της λεγόμενης «αριστεράς» στην Ελλάδα, κι’ όχι μόνο, το οποίο δεν φαίνεται να είναι επιλογή των οπαδών-ψηφοφόρων, δηλαδή «των μαζών» όπως αυτάρεσκα χαρακτηρίζουν την εργαζόμενη κοινωνία οι εξουσιομανείς «ηγετικές πρωτοπορίες», αλλά φαίνεται πιθανότερο να είναι επιλογή του σκληρού πυρήνα της καπιταλιστικής εξουσίας, γιατί έτσι διασπάται η κοινωνία σε μια «αριστερή» Βαβέλ και σε πολλές θανάσιμα ανταγωνιζόμενες «αριστερές» οργανώσεις, οι οποίες όχι μόνο δεν απειλούν το σύστημα, αλλά αντίθετα του προσφέρουν νομιμοποιητική σταθερότητα και καμιά φορά, για να θυμηθούμε και το «κύκνειο άσμα» του Άρη Βελουχιώτη, όταν το καπιταλιστικό σύστημα θα ψυχορραγεί αυτές θα του προσφέρουν και το φιλί της ζωής.

Μπροστά σ’ αυτές τις πραγματικότητες η ελληνική κοινωνία καλείται να εκλέξει, υποτίθεται, τη νέα κυβέρνηση της χώρας και από τις μέχρι τώρα ενδείξεις θα καταψηφίσει τη Δεξιά ως «Νέα Δημοκρατία». Το ερώτημα όμως είναι πόσο αντιδεξιά, δηλαδή πόσο αντικαπιταλιστική θα είναι η νέα κυβέρνηση και ποια θα είναι η συμβολή όλων των αυτοαποκαλούμενων προοδευτικών αριστερών κομμάτων στη διαμόρφωση μια ενιαίας αντικαπιταλιστικής-αντιιμπεριαλιστικής πολιτικής και πορείας της χώρας;
Η υφιστάμενη εμφυλιοπολεμική κατάσταση στο λεγόμενο μη-δεξιό χώρο δεν επιτρέπει να είμαστε αισιόδοξοι, γιατί οι υφιστάμενοι κομματικοί σχηματισμοί δεν είναι κοινωνικές αντισυστημικές δυνάμεις, αλλά συστημικά δημιουργήματα-μηχανισμοί και μάλιστα του περασμένου και του προπερασμένου αιώνα. Σ’ αυτή την πραγματικότητα παραπέμπει και το γεγονός πως οι ηγεσίες αυτών των υποτιθέμενων αριστερών κομμάτων ξοδεύουν ολόκληρη την ενεργητικότητά τους στην αλληλουπονόμευση υπογραμμίζοντας «τις διαφορές τους», ενώ δεν κάνουν καμιά σοβαρή προσπάθεια να αναζητήσουν τι θα μπορούσε να τους ενώσει σε ένα ελάχιστο βραχυπρόθεσμο πρόγραμμα κοινής δράσης για τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών και για την αποκάλυψη του ρόλου του Κεφαλαίου ως της πραγματικής αιτίας της κοινωνικής αδικίας, ανισότητας και αθλιότητας.

Ανεξάρτητα από την επιλογή που θα κάνει η ελληνική κοινωνία στις 4 Οκτώβρη 2009, και ανεξάρτητα από την διακηρυγμένη πρόθεση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ να συνεργαστεί με τα άλλα κόμματα της «αριστεράς», οι σημερινές συνθήκες σε επίπεδο ηγεσιών δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Κι’ αυτό γιατί κανένα κόμμα από τη σοσιαλδημοκρατική κεντροαριστερά που φιλοδοξεί να περάσει ανθρώπινο πρόσωπο στον καπιταλισμό, μέχρι τα λενινιστικά κόμματα της τριτοτεταρτοδιεθνιστικής παραδοσιακής αριστεράς που υπόσχονται νεκρανάσταση του «πάλαι ποτέ» υπαρκτού σοσιαλισμού, φορτωμένα όπως είναι με ιστορικά χρεοκοπημένες ιδεολογίες και ξεφτισμένα οράματα, αδυνατούν αντικειμενικά να συσπειρωθούν σε ένα αντικαπιταλιστικό σχηματισμό που θα διαμόρφωνε σταδιακά ένα πλειοψηφικό ρεύμα μιας προοδευτικής υπέρβασης του καπιταλισμού.
Από τα πράγματα λοιπόν είμαστε, ως ελληνική κοινωνία, αναγκασμένοι να το πάρουμε απόφαση, πως στην τρέχουσα συγκυρία και στο δοσμένο πολιτικό σύστημα, που λειτουργεί ως έκφραση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και διανομής του κοινωνικού πλούτου, δεν υπάρχουν λύσεις για τα προβλήματά μας και δεν υπάρχει μέλλον για την πατρίδα μας, γιατί αυτό το πολιτικό σύστημα είναι παράρτημα-πρατήριο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και οι εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες του είναι άμεσα ή έμμεσα επιλογές του Ηγεμόνα και γι’ αυτό δεν μπορούν και δεν θέλουν να σταθούν εμπόδιο στα ιμπεριαλιστικά σχέδιά του στην ευρύτερη περιοχή, τα οποία. όπως όλα δείχνουν, δεν περιορίζονται μόνο στο πετσόκομμα των δικαιωμάτων των Ελλήνων εργαζόμενων, αλλά μεθοδεύουν συστηματικά και το πετσόκομμα της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας και του μέλλοντος του Ελληνισμού.
Για όλα αυτά είναι ανάγκη να κατανοήσουμε πως αυτό το αστικό πολιτικό αλλά και κύρια το καπιταλιστικό οικονομικοκοινωνικό σύστημα που εχθρεύεται την εργαζόμενη ανθρωπότητα, τη Φύση, τον πολιτισμό και τη ζωή και έχει εξελιχθεί στον εφιάλτη της αποφασιστικής πλειοψηφίας των ταξιδευτών του διαστημοπλοίου Γη, δεν είναι δικό μας και δεν είναι η «μοίρα» μας και γι’ αυτό πρέπει, ως άτομα, ως κοινωνίες και ως ανθρωπότητα να απαλλαγούμε το συντομότερο από αυτό και να κάνουμε το επόμενο βήμα προόδου προς ένα καλύτερο κόσμο, προς τη Νέα Ελευθερία του Ανθρώπου, του homo humanisticus universalis.
Εκείνο που τελικά απομένει σ’ εμάς τους Έλληνες, στην τρέχουσα συγκυρία, είναι να μην χαρίσουμε, να μην απενεργοποιήσουμε, να μην αφήσουμε λευκή και να μην εξαργυρώσουμε την ψήφο μας, αλλά να επιλέξουμε αντιδεξιά (και αντιδεξιά ψήφος είναι λ. χ. και η αναγραφή κατά το αρχαιοελληνικό εκλογικό σύστημα, σε λευκό χαρτί του ονόματος ενός έντιμου αγωνιστή στο χώρο της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, ή η αναγραφή λ. χ. της φράσης: ΚΑΤΩ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ Η ΑΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. ΖΗΤΩ Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ) και συνδέοντας το άμεσο με το μακροπρόθεσμο συμφέρον μας, να πιέσουμε τις ηγεσίες των κομμάτων, αλλά και προσωπικά τους «εκλεκτούς» μας, για ευρύτερες αντικαπιταλιστικές, αντιιμπεριαλιστικές, προοδευτικές, πατριωτικές συσπειρώσεις και συνεργασίες σε επίπεδο κοινοβουλίου, αλλά και κύρια σε επίπεδο κοινωνίας, γιατί μόνο έτσι θα καταφέρουμε να μετεξελιχθούμε από αναχωρητές, οπαδοποιημένα και γι’ αυτό περιθωριοποιημένα ακροατήρια «κεντροαριστερών» χειροκροτητών, ή από «αριστερά μπουλούκια» και «ανένταχτους αριστερούς» σε μια ενιαία και πολιτικά αυτενεργή ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ του 21ου αιώνα, με σύγχρονη κοσμοαντίληψη και σύγχρονο όραμα για μια αταξική κοινωνία και για ένα Οικουμενικό Ουμανιστικό Πολιτισμό στη βάση της σύγχρονης ΑΜΕΣΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ.
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έλεγε, στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν θυσιάζονταν για την Σοσιαλιστική Συμβουλιακή Δημοκρατία (Raeterepublik), πως αν οι εκλογές θα μπορούσαν να αλλάξουν το σύστημα, τότε το σύστημα θα απαγόρευε τις εκλογές. Από τότε μεσολάβησαν πολλά και η ανθρωπότητα έγινε σοφότερη σε βαθμό που σταδιακά να συνειδητοποιεί μια άλλη πραγματικότητα, σύμφωνα με την οποία το σύστημα δεν θέλει και κάνει ότι μπορεί για να μην αλλάξει, οπότε για να αλλάξει το σύστημα πρέπει πρώτα ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ Η ΚΟΙΩΝΙΑ, πράγμα που σημαίνει να απαλλαγεί από τις εξουσιαστικές ταξικές πολιτικές ιδεολογίες και τους εκφραστές τους και από τους σκοταδιστικούς εξουσιαστικούς μύθους των όποιων ιερατείων και να αποκτήσει τη δική της οικουμενική ουμανιστική κοσμοαντίληψη και ένα δικό της όραμα, να γίνει δηλαδή μια, στη σκέψη και στη δράση, πολιτικά και οργανωτικά ΑΥΤΕΝΕΡΓΗ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, που θα είναι σε θέση να καταργήσει το σύστημα που μεθοδεύει, νοθεύει, ή καταργεί τις εκλογές, γιατί διαφορετικά είναι καταδικασμένη να συμμετέχει σε εκλογικές παρωδίες, νομιμοποιώντας και διαιωνίζοντας έτσι το σύστημα της μισθωτής δουλείας και της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Ένα αιώνα μετά το όραμα αυτό φαντάζει επίκαιρο, αναγκαίο, αλλά και εφικτό.



Γράφει ο Κώστας Λάμπος
prodial21@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: